ναός


ναός
ὁ ναός храм (-> νεωκόρος служитель храма)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ναός" в других словарях:

  • ναός — ο храм, церковь: ναός τού Αγίου Κωνσταντίνου храм Святого Константина ναός τής Αγίας Βαρβάρας храм Святой Варвары Этим. дргр. < νασ Fός < ναίω «проживать» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ναός — 2 Ma. masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναός — Ο χώρος που είναι αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, η κατοικία του θεού. Η έννοια του ν. συνδέεται γενικά με την έννοια του ιερού που, πιθανότατα, προηγείται και που σημαίνει έναν χώρο, συνήθως φυσικό, όπου η θεότητα εκδηλώνει την παρουσία και τη …   Dictionary of Greek

  • Νάος — Ο χώρος που είναι αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, η κατοικία του θεού. Η έννοια του ν. συνδέεται γενικά με την έννοια του ιερού που, πιθανότατα, προηγείται και που σημαίνει έναν χώρο, συνήθως φυσικό, όπου η θεότητα εκδηλώνει την παρουσία και τη …   Dictionary of Greek

  • ναός — ο 1. κτίριο αφιερωμένο στη λατρεία θεού: Ναός της Αθηνάς. 2. αίθουσα συνεδριάσεων των τεκτόνων, αλλ. εργαστήρι. 3. μτφ., τόπος όπου ασκείται υψηλό λειτούργημα ή καλύπτεται πολύτιμο είδος: Ναός της Θέμιδας (δικαστήριο). – Ναός της ζωής (έγκυα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ναός — νᾱός , ναός 2 Ma. masc nom sg νᾱός , ναῦς ship fem gen sg (doric) ναῦς ship fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναός — [наос] ουσ. а. храм, церковь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αμφιπρόστυλος ναός — Αρχαίος ελληνικός ναός που έχει κολόνες μπροστά και πίσω στις δύο στενότερες πλευρές του, όπως o Παρθενώνας και o ναός της Απτέρου Νίκης …   Dictionary of Greek

  • οκτάγωνος ναός — οκτάγωνος (οκταγωνικός) ναός ο крестовокупольный храм – архитектурный тип храма, утвердившийся в 11 веке и придавший церкви восьмиугольную форму Этим. < οκτώ + γωνία «восемь + угол» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • οκταγωνικός ναός — οκτάγωνος (οκταγωνικός) ναός ο крестовокупольный храм – архитектурный тип храма, утвердившийся в 11 веке и придавший церкви восьмиугольную форму Этим. < οκτώ + γωνία «восемь + угол» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • περίκεντρος ναός — ο храм круглой формы, ротонда …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)